ετεροφυλόφιλος

-η, -ο
αυτός που διαθέτει υγιές γενετήσιο ένστικτο, δηλ. γενετήσια ροπή προς το έτερο φύλο, σε αντιδιαστολή προς το ομοφυλόφιλο άτομο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο-* + φύλο + φίλος. Απόδοση στην ελλ. ξεν. όρου (πρβλ. αγγλ. heterosexual)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ετερο- — α συνθετικό λέξεων τής Αρχαίας, Μεσαιωνικής και Νέας Ελληνικής με σημαντική παραγωγικότητα και τρεις κύριες σημασίες: α) «ο ένας από τούς δύο», σε αντίθεση με το αμφι * («και οι δύο») πρβλ. ετερομάσχαλος, ετερόστομος, ετερόφθαλμος κ.ά. β) «άλλος …   Dictionary of Greek

  • ετεροφυλοφιλία — η η γενετήσια επιθυμία, το γενετήσιο ένστικτο, το ένστικτο τής αμοιβαίας έλξης μεταξύ τών δύο φύλων για σαρκική μίξη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ετεροφυλόφιλος. Απόδοση στην ελλ. ξεν. όρου (πρβλ. heterosexuality)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.